Πέρα, δια χειρός Ακύλα Μήλλα

Η έκθεση Πέρα, δια χειρός Ακύλα Μήλλα, που διοργανώθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα του Δήμου Αθηναίων, στάθηκε η αφορμή για την ομώνυμη έκδοση. Η έκδοση είναι πληρέστερη σε περιεχόμενο και ιστορικές αναφορές από την έκθεση, στην οποία παρουσιάστηκε ένας αριθμός πρωτότυπων σχεδίων, πλαισιωμένος από μεγεθύνσεις τους, φωτογραφικές αναπαραγωγές τεκμηρίων και 3D printings, που έδωσαν, έστω και σε λιλιπούτειο μέγεθος, ρεαλιστική υπόσταση σε κτίρια της περιοχής, κάποια εκ των οποίων δεν υπάρχουν πλέον. Στόχος της ήταν, μέσα από την παρουσίαση της περιοχής του Πέρα και ειδικότερα ενός τμήματος της Μεγάλης οδού του Πέρα ( Grande Rue de Pera ), να δώσει στον επισκέπτη μιαν εικόνα του τότε πλέον κοσμοπολίτικου και εμπορικού δρόμου της πόλης. Ο «Ίσιος δρόμος» των Ρωμιών, αποτελούσε μιαν αμιγώς ευρωπαϊκή «νησίδα», στην πιο ευημερούσα εποχή της. Σκοπός και των δύο εγχειρημάτων είναι η πιστή αποτύπωση και παρουσίαση της πολύ ξεχωριστής συνοικίας της Κωνσταντινούπολης, μέσα από τις αναμνήσεις, τα τεκμήρια της εποχής και κυρίως τα λεπτομερή ιδιόχειρα σχέδια, γεμάτα πληροφορίες σχόλια με τη χαρακτηριστική γραφή ενός ανθρώπου, που με μεγάλη συνέπεια μελετά, διασώζει και αναδεικνύει τη μνήμη του τόπου.

Η "πέραν του άστεως" συνοικία, με δυτικές προδιαγραφές και ευρωπαϊκό αέρα, στο τρίστρατο της Προποντίδας, ευημερούσα προοδευτικά από το δεύτερο μισό του 19ου και μέχρι τη δεκαετία του ’50 του προηγούμενου αιώνα, αποτελούσε παράδειγμα αγαστής συνοίκησης πολιτών διαφορετικών θρησκευμάτων, τάξεων, εθνικοτήτων, αλλά με έντονα ανεπτυγμένη τη συνείδηση του Πολίτη, μια ιδιότητα που οι κάτοικοι της Πόλης και οι απόγονοί τους φέρουν μέχρι και σήμερα ως τίτλο.

Η κεντρική οδός που διασχίζει σε μήκος περίπου 2 χιλιομέτρων την περιοχή, αρχίζει από την πλατεία Ταξίμ και φτάνει μέχρι την Πλατεία του Tunnel. Κατά μήκος της διατηρούνται ακόμη πολλά κτίρια, που κτίστηκαν από το 19ο μέχρι και τις αρχές του 20 αιώνα, κατά κύριο λόγο σε νεοκλασικό, νεογοτθικό ή εκλεκτικιστικό ρυθμό, όπως το Σισμανόγλειο Μέγαρο, το Λύκειο του Γαλατά, η καθολική εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβα, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας ή οι εμπορικές στοές, μεταξύ άλλων. Στο εγχείρημα «ανασύστασης» της όπως ήταν τότε, στο οποίο τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η μνήμη, συλλογική και ατομική, προβάλλουν ανάγλυφα ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας μιας συνοικίας, με «δυτικές» καθημερινές συνήθειες και αρχιτεκτονικό και περιβάλλον, και μια πολυπολιτισμική κοινότητα ανθρώπων, στην ευρωπαϊκή πλευρά μιας μακροβιότατης διηπειρωτικής πόλεως, που επί σειρά ετών, βίωσε την καλή πλευρά της εμπειρίας συνύπαρξης, με σεβασμό σε διαφορές, που δεν χωρίζουν, αλλά καθορίζουν ταυτότητα και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μιας μικρής κοινότητας.

Η έκδοση, όπως και η έκθεση, αναφέρονται στο γενέθλιο και τόπο των παιδικών χρόνων του συγγραφέα- ιστοριοδίφη, οπότε αυτό τους προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα. Αφορούν την περίοδο που εγγράφονται στη μνήμη ανεξίτηλα, οι πρώτες παραστάσεις και εμπειρίες, που συνήθως καθορίζουν, θετικά ή αρνητικά, τη μετέπειτα πορεία μας. Η οικογενειακή θαλπωρή, η οικονομική άνεση στα πρώτα καθοριστικά χρόνια, η αγωγή του, με τη διπλή της έννοια, η παρατηρητικότητα και η αγάπη του Άκυλα Μήλλα για το οικείο, φαίνεται ότι συνετέλεσαν στην καταγραφή εικόνων και την «αποθήκευση», κυριολεκτικά και μεταφορικά, αναμνήσεων και τεκμηρίων, με τη φροντίδα που παρέχει μια συνθήκη ευτυχισμένης ζωής. Ταυτόχρονα, η διαβίωση σε μια γεωγραφική περιοχή που η ιστορία της επιφύλαξε δόξα, πλούτο, εξουσία, κρίσεις, συρράξεις, αιματοχυσίες, κοσμοϊστορικές αλλαγές, αλλά και τη διατήρηση του ονόματος και της ουσίας της λέξεως «πόλις», με κάθε πιθανή έννοια και σημασία, έπαιξε και αυτή το ρόλο της στον τρόπο που ο Ακύλας Μήλλας αποκρυπτογραφεί, αποκαλύπτει, τεκμηριώνει και εν τέλει εγγράφει σήμερα και στη δική μας μνήμη την ιστορία της συνοικίας στην οποία μεγάλωσε, με άλλα λόγια του τόπου του.

Η μακροχρόνια έρευνα, η ασκητική σχεδόν προσήλωση και η ιδιόχειρη καλλιτεχνική αποτύπωση της πολιτιστικής κληρονομίας περιοχών με τις οποίες συνδέεται βιωματικά ο ίδιος ο Ακύλας Μήλλας, επιτρέπουν στους αναγνώστες του παρόντος, όπως και των άλλων με ανάλογο περιεχόμενο βιβλίων του, ένα νοερό ταξίδι στο παρελθόν αλλά και στον ανθρώπινο ψυχισμό. Στην ουσία, παρουσιάζοντας μιαν πλούσια συλλογή τεκμηρίων που «αναβιώνουν αντικειμενικά» έναν τόπο σε μια συγκεκριμένη εποχή, συμμετέχει στη διάσωση της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και «της μνήμης του τόπου». Παράλληλα, θέτει και ερωτήματα που οι απαντήσεις τους, θεωρώ ότι δεν θα απείχαν πολύ από τους φιλοσοφικούς αναστοχασμούς του Martin Heidegger. O Γερμανός φιλόσοφος, σχετικά με τον τρόπο που συνδεόμαστε με αυτά που μας περιβάλλουν, τα πράγματα και ειδικότερα τα έργα τέχνης, υποστηρίζει στο κύκνειο πόνημα του, ότι αλληλοεπιδρούν με μας και συνδιαμορφώνουν το χώρο μας: «Αυτή η συνάρτηση είναι τόσο αξεδιάλυτα συνδεμένη με το Είναι μας, ώστε κατά το πλείστο δεν εξαντικειμενικεύουμε τα πράγματα, αλλά τα χρησιμοποιούμε μέσα σε αφανή οικειότητα».

Ο Ακύλας Μήλλας, ο πολυδιάστατος αυτός άνθρωπος, ιατρός, ιστοριοδίφης, συγγραφέας και, ας μου επιτραπεί να προσθέσω, αρχειοθέτης και καλλιτέχνης, μας εμπιστεύτηκε για την έκθεση στην Αθήνα, τα σχέδια των κτιρίων σε μήκος περίπου 500 μέτρων και των δύο πλευρών της Μεγάλης οδού του Πέρα. Του δρόμου, που ακολουθώντας την πρακτική που η ιστορία επιφύλασσε στην Πόλη, άλλαξε κατ’ επανάληψη όνομα, διατηρώντας ωστόσο πάντα τη χρήση και του ελληνικού τοπωνύμιου Πέρα.